«Ο χειμώνας πλησίαζε και τα πράγματα δυσκόλευαν για μας τους πρόσφυγες. Η σκηνή μας ήταν υγρή και κρύα, οι αρρώστιες θέριζαν γέρους και παιδιά, η μάνα μου δεν είχε με τι να μας σκεπάει τα βράδια, κατά πώς μου έλεγε αργότερα. Οι έρανοι και οι δωρεές από φορείς και συλλόγους της πόλης δεν προλάβαιναν να καλύψουν τις ανάγκες όλων μας, δεκατρείς χιλιάδες κόσμος είχε έρθει στον Βόλο! Είδε κι  απόειδε η μάνα, πήγε και παρακάλεσε κάποιον που γνώριζε από την Επιτροπή για τους πρόσφυγες, που σχεδίαζε μαζί με τον Δήμο τον προσφυγικό συνοικισμό στον Ξηρόκαμπο, να της δώσουν ένα δωμάτιο από αυτά που οικοδομούσαν, να στεγάσει τα τρία της παιδιά. Έτσι, μετά από δυο χρόνια στη σκηνή, βρεθήκαμε στον Συνοικισμό, στα Τετράγωνα».