«Κάποιος που περπατούσε στον Συνοικισμό, στη Νέα Ιωνία, πριν τον πόλεμο ακόμα, είχε πολλά να δει στις αυλές των σπιτιών του, που μαρτυρούσαν τη νοικοκυροσύνη των κατοίκων του. Ήταν σπιτάκια που, μόλο που είχαν μια μικρή, τόση δα αυλίτσα, μοιάζανε σαν μικρά μπουκέτα, σαν μικροί μοσχοβολημένοι παράδεισοι. Και μέσα στα λουλούδια ξεπηδούσε ένα μικρό συντριβάνι, ένας μικρός πίδακας χωρίς νερό, ένας καναπές, μπογιατισμένος για να φαίνεται ότι είναι από μάρμαρο, ένα μεγάλο και ψηλό κλουβί, με πολλά πουλιά μέσα ή ένα κοτέτσι ιδιότροπο φτιασμένο, από μια ωχρή και απομακρυσμένη ίσως ανάμνηση παλιών αγαθών που χαθήκαν ‘εκεί κάτω΄. Και παντού παρέες ανδρών και γυναικών να κάνουν το γειτονιό».

                                Άθως Τριγκώνης, Η Νέα Ιωνία του 1933, «Οι αυλές, Πέμπτη 4 Μαΐου 1933»

 

 

«Παρόλα τα τόσα προβλήματα και τις τόσες ελλείψεις οι Σμυρνιές, που είχαν πάρει στους ώμους τους τη λύση πολλών προβλημάτων, δεν έκαναν εκπτώσεις στις συνήθειές τους. Κάθε απόγευμα, κάπου εκεί κοντά στο σούρουπο, συγκεντρώνονταν να κουβεντιάσουν, να πουν η μια στην άλλη πώς πέρασαν τη μέρα τους, να μιλήσουν για τα προβλήματά τους και τα σχέδιά τους και να επιδοθούν, όπως το συνήθιζαν, στο σχετικό κουτσομπολιό, απαραίτητο συστατικό της ζωής τους ανεξαρτήτως δυσκολιών.

            Οι συζητήσεις τους στερεότυπες: ιστορίες από το παρελθόν, τα προβλήματα του συνοικισμού, με κυρίαρχο την έλλειψη του νερού και του ηλεκτρικού, τα μαγειρέματά τους αλλά και τα περίεργα που συνέβαιναν γύρω τους:

            «Αυτό είναι πάντως πολύ σοβαρό ζήτημα, πρέπει να φτιάξουμε κι άλλα αποχωρητήρια, πρέπει να ασβεστώνουμε πιο συχνά, πρέπει να είμαστε πιο σχολαστικές με την καθαριότητα», τις προέτρεψε η Ουρανία. Όλες συμφώνησαν σ’ αυτό και από την επομένη κιόλας έπιασαν κασμά και φτιάρι».

ΤΟ ΕΓΓΛΕΖΟΝΗΣΙ_ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2015 (ΕΠΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΓΙΑΣΙΡΑΝΗ), σ. 12

 

 

«Ήταν πανέμορφη και τραγουδούσε σαν αηδόνι. Την ομορφιά της, έλεγαν, την είχε πάρει από τη γιαγιά της τη Σμαράγδα, που είχε κλέψει καρδιές στις γειτονιές της Σμύρνης. Και τη μελωδική φωνή την είχε κληρονομήσει απ’ τον παππού της τον Στάθη, πασίγνωστο τραγουδιστή σ’ ολόκληρη τη Μικρασία την εποχή που έγινε η καταστροφή. Αυτή ήταν η Νίνα που την θαύμαζαν και την καμάρωναν όλοι στον προσφυγικό συνοικισμό για την κορμοστασιά της, τα γλυκά μάτια της και το μεγάλο ταλέντο της στο τραγούδι».

ΤΟ ΕΓΓΛΕΖΟΝΗΣΙ_ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2015 (ΕΠΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΓΙΑΣΙΡΑΝΗ), σ. 28

 

 

«παστάλι»

Ο καιρός περνούσε και ο Βόλος άλλαζε χάρη στην παρουσία και δραστηριότητα των προσφύγων. Οι περισσότερες γυναίκες του Συνοικισμού, όσες είχαν να αναθρέψουν παιδιά, δούλευαν εργάτριες στα εργοστάσια της πόλης, κυρίως στην καπνοβιομηχανία του Ματσάγγου, στις καπναποθήκες και στα υφαντουργεία του Παπαγεωργίου και του Μουρτζούκου. Από τους άντρες, όσοι είχαν έρθει από το Εγγλεζονήσι, απέναντι από τη Σμύρνη, με τα καΐκια τους, ασχολούνταν με την αλιεία, ενώ άλλοι δούλευαν στο λιμάνι ως λιμενεργάτες και φορτοεκφορτωτές. Πολλοί πρόσφυγες, απ’ τη Σμύρνη κυρίως, που είχαν μέσα τους το εμπορικό δαιμόνιο, άρχισαν να στήνουν πρόχειρα μαγαζάκια-παράγκες στα σημεία της πόλης όπου υπήρχε κίνηση. Χάρη στην εμπειρία τους στο εμπόριο και στην ευχάριστη κοινωνικότητά τους γρήγορα απόκτησαν πελάτες και φίλους, βελτιώνοντας τις συνθήκες της ζωής τους».

 

 

(για τον εργατικό πληθυσμό της Νέας Ιωνίας]

 

«Τον συνοικισμό Νέας Ιωνίας θα μπορούσαμε να τον θεωρήσουμε ως τη μεγαλύτερη εργατική συνοικία του Βόλου. Οι κάτοικοί του ανέρχονται στις δώδεκα με δεκατρείς χιλιάδες. Απ’ αυτούς δε οι περισσότεροι είναι εργάτες. Πολλοί άντρες και πολλές γυναίκες εργάζονται στα καπνά. Ένα μεγάλο επίσης ποσοστό των γυναικών είναι εργάτριες των γύρω εργοστασίων, Μουρτζούκου, Ετμεκτσόγλου, Παπαγεωργίου και του Ματσάγγου.     

            Θα ‘λεγα να σας συστήσω ένα πρωί να πάτε και να σταθείτε στη μεριά της κεντρικής γέφυρας του Συνοικισμού που βλέπει προς τον Βόλο. Θα δείτε ένα χαρακτηριστικό θέαμα. Από τη γέφυρα αυτή ξεχύνονται βαδίζοντας βιαστικά και σε γκρουπ τριών ή τεσσάρων, άντρες και γυναίκες, κυρίως όμως κορίτσια, μ’ ένα μικρό πακέτο στο χέρι, για το μεσημεριανό γεύμα, με χάχανα, με γέλια, με άφθονες κουβέντες. Περνώντας τη γέφυρα χωρίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις του Βόλου. Κι έτσι, καθώς αδιάκοπα περνούν, σας δίνουν την εντύπωση πως ένας στρατός ολόκληρος περνάει -ο στρατός της τίμιας δουλειάς και του παραγωγικού μόχθου- κι όπως ξεχύνονται στις διάφορες αρτηρίες του Βόλου σας φαίνεται πως μοιάζουν με νέο αίμα που, εισερχόμενο στον οργανισμό της πόλεως, που μόλις ξυπνάει, θα τονώσει τη ζωή της και θα επιταχύνει τον αργό ρυθμό της.

            Θα ‘πρεπε όμως να ξαναπάτε και να σταθείτε στο μέρος αυτό της γέφυρας την ώρα που μουχρώνει και που η μέρα σβήνει. Θα δείτε να φτάνουν προς τη γέφυρα, προς όλες τις μεριές του Βόλου, σαν να τους τραβάει κάποιος μαγνήτης, τα ίδια γκρουπ των εργατών και εργατριών. Και το μόνο που θα παρατηρήσετε είναι πως το βάδισμά τους καθώς μπαίνουν στον Συνοικισμό είναι πολύ αργότερο από το πρωινό, πως το κεφάλι τους είναι βαρύ και οι κουβέντες τους λιγοστές. Σας δίνουν την εντύπωση ότι τους λείπει η ζωή...»

                                                Άθως Τριγκώνης, Η Νέα Ιωνία του 1933, «Κυριακή 7 Μαΐου 1933»

 

 

Χαρακτικό του Γιάννη Κονταξή (να σκαναριστεί)

Ο εργατικός κόσμος των προσφύγων, γυναικών και ανδρών, που πηγαίνει προς τα εργοστάσια του Βόλου το πρωί.