Γκιουζέλ Μαχαλά

Αλλά και τις γυναίκες, που και κείνες ήτανε σαν αρχαίες στο παρουσιαστικό, τις κράζανε με αρχαία ονόματα: Αφροδίτη, Ασπασώ, Πολυξένη, Μυεσίνη, Θεανώ, Κλεοπάτρα, Καλλιόπη, Ισμήνη, Αντρομάχη, Κλεονίκη, Ελένη, Ελπινίκη, Αθηνά, Χαρικλειώ, Ευθαλία, Ηρώ, Αγλαΐα… και παλιά χριστιανικά: Ειρήνη, Ευανθία, Φεβρωνία, Ζαχαρώ, Ζωή, Μαγδαληνή, Ευφημία, Ροδούλα, Θεοκτίστη, Χρυσάνθη, Ζωγραφία, Μαλαματένια…

                                                Φώτης Κόντογλου, Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, εκδ. Άγκυρα

 

 

(περμανάντ)

Τα «λουμίνια» ήταν τότε το κυρίως εργαλείο της περμανάντ… Ήταν δυο  κομμάτια αλουμινίου και ανάμεσα βάζαμε ένα κομμάτι φανέλας με υγρό που έκανε την ενέργεια για να κατσαρώσει το μαλλί. Ύστερα το τυλίγαμε με εφημερίδες. Με πενσάκι η κομμώτρια τα στερέωνε στα «φελά» που χώριζαν σε σειρές τα μαλλιά και εμπόδιζαν τα εγκαύματα του δέρματος.

(Γεωργία Καρακατσοπούλου-Χαϊδούλη, «Καλλιπόλεως 29»)

 

(καλλυντικά)

Οι κουνιάδες της και κείνη μια φορά το μήνα θα μαζεύονταν στο κελάρι της θείας και θα δούλευαν στο πέτρινο μεγάλο γουδί την κρέμα που έβαζαν στο πρόσωπό τους και ήταν ίδιο σαν άσπρο και ατσαλάκωτο χαρτί χωρίς λεκέδες και ρυτίδες. Έκαναν αυτήν τη διαδικασία συνεταιρικά, για να είναι μικρότερος ο κόπος και να κρατιέται φρέσκια η κρέμα, αφού η συνταγή δεν περιελάμβανε κάποιο συντηρητικό. Αγόραζαν «ρεφενέ» τα υλικά. Τα θυμάμαι, γιατί τα αγόραζα συχνά. Ήταν βούτυρο «γλυκό», ροδόσταμο, πέτρα -κάποιο μεταλλικό στοιχείο, νομίζω υδράργυρος- αγορασμένη με το γραμμάριο απ’ το φαρμακείο. Καμιά φορά διπλασίαζαν τη δόση και προμήθευαν τη μαγική πομάδα -με το αζημίωτο βέβαια- σε κείνες τις γειτόνισσες και φίλες που «ζούλευαν» τη μούρη τους, μέσα σε μικρά πανέμορφα βαζάκια.

(Γεωργία Καρακατσοπούλου-Χαϊδούλη, «Καλλιπόλεως 29»)

 

(φούστες)

Τι ωραίες που ήταν εκείνες οι φούστες, οι μακριές, στον αργαλειό υφασμένες! Μ’ άρεσε να τις βλέπω να τις φοράει η μητέρα μου, με τον φραμπαλά  και μ’ εκείνη την καλοδουλεμένη βελονιά στις ραφές… όμως αγόραζαν κι υφάσματα από τα εμπορικά που είχαμε στον Γέροντα. Βελούδα και τζανφέδες. Έραβαν εκείνες τις όμορφες μακριές, λοξές, τζανφεδένιες φούστες κι από πάνω τα χρυσοκέντητα βελούδινα μπολκιά. Και τι χρώματα! Βυσσινιά, θαλασσιά… Τα φορούσαν όταν πήγαιναν στην εκκλησιά, στο γάμο, στις γιορτάδες. .. Οι νιες έβαζαν στο κεφάλι τους το μαχραμά, ένα άσπρο μαντήλι με κλαδάκι, όταν πήγαιναν το καλοκαίρι για μπάνιο ή στην εξοχή. Τα μαλλιά τους είχαν πλεγμένα κοτσίδες ή τα έφτιαχναν κότσο.

Ελένη Καρτσαγκούλη, «Εκεί που τα ρόδα δεν είχαν αγκάθια»,

Δημοτική Βιβλιοθήκη Νέας Ιωνίας, εκδ. Ώρες 1995

 

 

(περηφάνια)

Η μαμά σιχαινόταν το κακομοιριασμένο ύφος… ντυνόταν με ό,τι καλύτερο της είχε απομείνει. Χτένιζε τα μαλλιά ψηλά με τα φιλντισένια χτενάκια της κι αν ήταν κρύος ο καιρός, φόραγε από την καλή το περιβόητο λούτρινο μαντώ της. Στεκόταν στην ουρά με το κεφάλι ψηλά και να δεις που ποτέ κανείς δεν την έσπρωξε, κανείς δεν την είπε «κυρά μου».

                                                Ελένη Δικαίου, «Τα κοριτσάκια με τα Ναυτικά», εκδ. Ακρίτας

 

Αποσπάσματα από το λεύκωμα των Κατερίνας Βεκλίδου και Αργυρώς Μάμαλη-Κοπάνου, «Εις την ερίτιμον κόρην της Ιωνίας…»,............