top of page

Γρηγόρης Γαλάτης

Ο σουγιάς του Τριαντάφυλλου

Ήπιε τον κριθαροκαφέ του και αφού γονάτισε δίπλα στην σαρμανίτσα της δίχρονης Ντίνας φίλησε το κεφαλάκι της. Χάιδεψε και τα εξάχρονα Γιώργο και Στάθη που κοιμόντουσαν δίπλα της στρωματσάδα.

Τα στρωσίδια της δεκαεπτάχρονης Βιολέτας και της δεκαπεντάχρονης Ευγενίας ήταν μαζεμένα, όπως και το δικό του και της γυναίκας του, της Μαρίνας. Έπρεπε κάθε πρωί να τα μαζεύουν όλα για να χωράνε στο μοναδικό δωμάτιο.

Επτά νοματαίοι σε μια κάμαρα που διαμορφώθηκε σε τέτοια μετά το κάψιμο του φτωχικού τους από τους Γερμανούς τον περασμένο Οκτώβρη. Δεν ήταν καν κάμαρα ο χώρος που τους παραχώρησε η θεία. Ένα ντάμι ήταν που το καθάρισε η οικογένεια, παλάμισε το πάτωμα και βολεύτηκε όπως όπως.

Πού θα μπορούσαν άλλωστε να πάνε; Τουλάχιστον εδώ στο χωριό έβρισκαν τροφή. Έβρισκαν το λαδάκι τους, λίγα χορταράκια, καμιά ελιά και το ψωμΊ τους. Κάστανα και φιρίκια άφθονα. Βοηθούσαν όσο μπορούσαν ο παπάς και η οργάνωση.

Δεν ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ ο Τριαντάφυλλος. Δεν είχε χρόνο για τέτοια, επτά στόματα είχε να φροντίσει. Έβλεπε όμως με συμπάθεια τους αντάρτες που κυκλοφορούσαν στο χωριό. Μιλούσαν με ωραία λόγια, μιλούσαν όχι μόνο για τη λευτεριά αλλά και το δίκιο του φτωχού. Τους ζήλευε που αυτός δεν μπορούσε να πάει μαζί τους. Δεν ήταν όμως νέος. Σαράντα έξι ήταν, και στα χρόνια της πείνας και της κακουχίας έδειχνε τουλάχιστον εξήντα.

Χαιρέτησε την Βιολέτα που προσπαθούσε στην αυλή να ανάψει την γάστρα για να ψήσει μπομπότα και τη Μαρίνα με την Ευγενία που ξεκινούσαν για το δάσος να φέρουν κλαριά για την σόμπα. Ήταν πολύ πρωί ακόμα και έκανε κρύο, αλλά ο Μάρτης είχε δώσει το σύνθημα να ανθίσει η κερασιά της αυλής που είχε γλυτώσει από την φωτιά.

Στον σταθμό στις Μηλιές τον περίμεναν και άλλοι χωριανοί. Θα πήγαιναν με το πρωινό τρένο μέχρι την Άνω Γατζέα να δουλέψουν στο κτήμα του μεγαλοκτηματία που τους πλήρωνε στο τέλος κάθε εβδομάδας σε είδος. Καλαμποκάλευρο, λάδι, τυρί, τσιγάρα.

Δεν πρόλαβαν να φτάσουν στην Άνω Γατζέα και ο επιστάτης του κτηματία σταμάτησε το τρένο μέσα στο μικρό τούνελ και φώναξε να τον ακολουθήσουν γρήγορα, γιατί στο σταθμό τους περίμενε μια ομάδα πάνοπλων Γερμανών. Οι κατακτητές έκαναν χτένισμα και συλλήψεις προκειμένου να αποσπάσουν πληροφορίες για το αντάρτικο της περιοχής. Έτρεξαν όλοι, μπροστά ο Πανταζής που ήταν από την Γατζέα και έξι από τις Μηλιές. Τους οδήγησε σε μια σπηλιά κοντά στις γραμμές που την έκρυβαν οι καστανιές .

Τον Τριαντάφυλλο τον έπιασαν. Μόνον αυτόν. Έπιασαν ακόμα δεκατρείς σε άλλα σημεία της περιοχής, αλλά σε αυτό το σημείο μόνο τον Τριαντάφυλλο. Τον οδήγησαν μαζί με τους άλλους Μηλιώτες στο κολαστήριο της Κίτρινης αποθήκης στον Βόλο. Για πολλές μέρες το μαρτύριο μεγάλο, ξύλο, πείνα, δίψα, μαζί και το μαρτύριο του κουκουλοφόρου που έφερναν συχνά οι Γερμανοί να δείξει ποιους ήξερε για την ένταξή τους στο ΕΑΜ .

Η Μαρίνα με τα πέντε παιδιά της κατέβηκε από το χωριό, επισκέφτηκαν τον Δεσπότη και τον Δήμαρχο αλλά μάταια. Τον εκτέλεσαν τον Τριαντάφυλλο. Όχι στον Βόλο, αλλά στη Λάρισα, σαν αντίποινα για την ανατίναξη ενός τρένου από τον Βρατσάνο .

Η Μαρίνα και τα παιδιά της δεν ξαναγύρισαν στο χωριό. Δεν είχαν τίποτα εκεί. Το σπίτι τους καμένο, ο άντρας ο προστάτης εκτελεσμένος. Εγκαταστάθηκαν στον Βόλο και προσπάθησαν να μαζέψουν τα συντρίμμια τους. Τη Μαρίνα και τη Βιολέτα τις βόλεψε η οργάνωση στον Μουρτζούκο, η Ευγενία πρόσεχε τα δίδυμα και τη μικρή Ντίνα.

Πέρασαν πολλά χρόνια για να επισκεφτούν τις Μηλιές. Όταν οι δίδυμοι έγιναν παλικάρια, ανέβηκαν έναν Οκτώβρη για πρώτη φορά στο καθιερωμένο μνημόσυνο που γίνεται κάθε χρόνο για να τιμήσουν τους εκτελεσμένους του σταθμού. Δεν άκουσαν για τον πατέρα τους και άρχισαν να ρωτάνε. Εκεί τους πλησίασαν κάποιοι χωριανοί και τους εξιστόρησαν πώς έπιασαν τον Τριαντάφυλλο. 

 «Κρυφτήκαμε στην σπηλιά και σαν πέρασε λίγη ώρα ο Τριαντάφυλλος κατάλαβε ότι επάνω στο τρέξιμο του είχε πέσει ο σουγιάς του. Τον είχε μαζί του ήταν σίγουρος γιατί δεν τον αποχωρίζονταν ποτέ. Τον είχε από τον πατέρα του που τον είχε αγοράσει στον Βόλο σε ένα παζάρι πριν πολλά χρόνια.»

«Θα βγω να τον βρω, είπε. Μην πας ρε Τριαντάφυλλε. Αν σε δουν; Θα μας πάρεις στον λαιμό σου για έναν σουγιά; Θα πάω να τον βρω, να, εδώ έξω στις γραμμές μου έπεσε την ώρα που μας κυνηγούσε εκείνος ο Γερμαναράς.»

Με το που βγήκε τον έπιασαν και με τα κοντάκια των μάνλιχερ άρχισαν να τον χτυπάνε. Μαζί και ο δωσίλογος του χωριού που παρίστανε τον καλό. Πάντα υπάρχει ένας δωσίλογος για να κάνει τη ζημιά.

«Μαρτύρα, ρε κορόιδο, πού είναι οι άλλοι. Εσένα δεν θα σε πειράξουν, δεν είσαι οργανωμένος.»

 Ο Τριαντάφυλλος δεν μαρτύρησε. Δεν πήρε στο λαιμό του τους συγχωριανούς του. Ο σουγιάς δεν έγινε αφορμή να χαθούν άλλες έξι ζωές.

Κάθε χρόνο το χωριό τιμάει τους εκτελεσμένους της 4ης Οκτώβρη στον σταθμό. Τον Τριαντάφυλλο Βογιατζή τον έχουν ξεχασμένο. Και πολλούς άλλους …

                                                                                    Απόστολος Κ. Αποστολάκης

bottom of page