Την προσεχή Κυριακή και ώραν 11 π.μ. γενήσεται μειοδοτική δημοπρασία προς χορήγησιν του απαιτηθησομένου κρέατος ως και φασολίων, ροβυθίων, ορύζης, ελαίου, κρομμύων, πιπέρεως και καυσοξύλων διά τας ανάγκας του συσσιτίου των προσφύγων.

 Εν Βόλω τη 29η Σεπτεμβρίου 1922, η Επιτροπή του Οικονομικού Συσσιτίου (εφ. Η Θεσσαλία)»

 

 «Ο εν τη πόλει μας αφιχθείς θίασος των Βεάκη και Νέζερ και διά δημοσιευμένης επιστολής, δηλοί ότι προσφέρει το 25%, ήτοι το τέταρτον των εισπράξεων όλων των εν γένει παραστάσεων, όπερ υπολογίζεται ότι θα ανέλθη εις 10.000 δραχμάς, υπέρ των προσφύγων. Η ευγενής αύτη χειρονομία των μοναδικών μας καλλιτεχνών εγένετο δεκτή μετ’ ενθουσιασμού και αρίστης εντυπώσεως».

 

«’Απαντες εν γένει οι ιατροί της πόλεώς μας προσεφέρθησαν να παράσχουν δωρεάν τας ιατρικάς των υπηρεσίας εις τους πρόσφυγας».

 

[Τηλεγράφημα]

Παρακαλούμεν διατάξητε ενταύθα Αγγλικόν συσσίτιον παραχωρήση διπλάς μερίδας ορφανά Ασύλου. Στοπ. ‘Ασυλον ευρίσκεται μεγάλην οικονομικήν στεναχωρίαν.

                                                                        Η Πρόεδρος Ασύλου

                                                                        Φώνη Κουτσαγγέλη

 

Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός

4 Μαρτίου 1924

Εστάλησαν εις το Άσυλον Παιδίου του Βόλου τα κάτωθι είδη:

20 ζεύγη σιδηροδίποδα

60 σανίδες

50 κλινοσκεπάσματα

50 προσκεφάλαια

15 κιβώτια γάλα

50 στρώματα κενά

 «Τα Τετράγωνα ήτανε μια σειρά, σειρά, σειρά, σειρά, καμαράκια, καμαράκια, καμαράκια, καμαράκια, από πάνω έβλεπε κανείς τα ξύλα που ήτανε στο ταβάνι, κάτω ήταν τσιμέντο, δε βαριέσαι, ένα παράθυρο και μια πόρτα, ένα κοινό αποχωρητήριο ή μάλλον αποχωρητήρια, πληθώρα αποχωρητηρίων στη γραμμή. Ήτανε κι ένα κοινό πλυσταριό. Εκεί μαζευόντουσαν όλες οι γυναίκες, στήναν ένα καζάνι ή έναν γκαζοτενεκέ και ζεσταίνανε νερό και πλένανε τα ρούχα τους. Αυτή ήταν η πολυτέλεια που υπήρχε στα «Τετράγωνα».

                                                                                                (προφορική μαρτυρία)

 

«Μόλις οι μαστόροι τοποθετούσαν κεραμίδια σε μια ομάδα δωματίων, καταλαμβάνονταν ‘εξ εφόδου’ από τους πρόσφυγες που ζούσαν στοιβαγμένοι στις αποθήκες. Δεν περίμεναν εγκαίνια, λόγους, επισημότητες. Οι τεχνίτες και οι μηχανικοί τους έδιωχναν, γιατί δεν ήταν ακόμη τελειωμένα – ήταν ασουβάντιστα και στρωμένα με χώμα – αλλά αυτοί πού ν’ ακούσουν… Θρονιάζονταν μέσα και δεν το κουνούσαν σπιθαμή».

                                                                                                (προφορική μαρτυρία)

«Η οικογένεια ψάχνει ακόμη με αγωνία για άδειο δωμάτιο στα Τετράγωνα. Τελικά βρίσκουν μια πόρτα ανοιχτή με τον αριθμό: Τετράγωνο Θ΄ αρ. 60. Ορμούν μέσα, πετούν τους μπόγους, κάθονται στο χώμα να ξεκουραστούν. Ο πατέρας μπήκε τελευταίος ιδρωμένος, κουρασμένος, βήχοντας. Έκλεισε τη μονοκόμματη ξύλινη πόρτα πίσω του, ακούμπησε σ’ αυτή, έβγαλε βαθύ αναστεναγμό, έκανε τον σταυρό του και είπε με φωνή τρεμάμενη:

  • Δόξα τω Θεώ! Είμαι ελεύθερος, χαρούμενος κι ευχαριστημένος. Εδώ θα ζήσουμε, θα ριζώσουμε, θ’ αναστηθούμε!

  • Μα, Γιώργη μου, πού βλέπεις τη χαρά και την ευτυχία; Σ’ αυτό το δωμάτιο που μοιάζει με τον στάβλο που είχαμε στην πατρίδα;

  • Σώπα, Δεσποινιώ! Κάτω απ’ αυτά τα κεραμίδια θα κοιμηθώ καταγής, αλλά ελεύθερος. Δεν θα ‘χω πια τον Τούρκο στο κεφάλι μου! Θα κοιμηθώ πια ήσυχος στο σπίτι μου και θα ονειρευτώ το μέλλον χωρίς φόβο και αγωνία για τη ζωή μου και τη ζωή σας. Η πόρτα αυτή που στηρίζω τις πλάτες μου θα μένει ανοιχτή, γιατί δεν υπάρχει πια ανάγκη να κλειστεί».

Δημήτρης Κωνσταντάρας-Σταθαράς, Αληθινές Μικρασιάτικες ιστορίες